Ανάρτηση σε δέντρο κέντρο αιχμής σε δρόμο που συχνάζουν τρελοί κι αρώματα παθών ωρών πνιγηρών και χνώτα στο στήθος της γης που πλάγιασαν μεθυσμένοι εθισμένοι σ' αρρώστεια ηδονής
Μπλόκο σε νου ανισόπεδο σε οδοφράγματα εμπόδια πνοής
Μη κοιτάς που σφάζονται παιδιά - αυτά τα γερασμένα που χτύπησαν κόκκινο στους παλμούς όταν αντίκρυσαν το ρίγος της αλήτισας σελήνης Και πριν τη φύση τη νεκρή ένας ατέλειωτος λυγμός ξερίζωσε για πάντα τη σιωπή
Εδώ π' αγναντεύεις τα κύματα κι ερωτεύεσαι τα βράχια ακούμπησε το κορμί σου διωγμένη απ' τη θάλασσα Γι' αυτό σου είπα σ' αγαπώ-;-
Κατά την θλίψιν οι συνευρέσεις απεργούν ή τιμωρούνται οι ανάσες μου
Απέχουν οι Στιγμές Οι κινήσεις δυσπραγούν οι μύες δακρύζουν τα μάτια μόνο ζουν
Θαμπώνουν οι καιροί Τελεύουν τα λόγια
Τέλοςκι αρχή συμπτώσεις και πτώσεις
Φιλόπτωχοι πολλοί Τακ! Κι οργιάζουν Συναντιώνται σε γδαρμένες πόρτες - εκεί που μεγάλωσαν τα μάτια μου επιδεικνύοντας τις περασμένες εκδρομές και τη σημερινή επιφυλακή στο ασύνορο σκοτάδι
Ψυχογράφημα λοιπόν πανικού μιας ματωμένης γιορτής
Οι ήχοι μου σιγανεύουν Τακ! Κάνουν να φτάσουν να τρέξουν αραιές σταγόνες βροχής
Τα νύχια μου μεγάλωσαν Τα νύχια... σφάζουν την ψυχή μου